Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Πύργου ιδρύθηκε την 25η Απριλίου 1926 από όμιλο επιφανών Πυργίων πολιτών, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, Αρχίατρο και με πυρήνα των πρώτων συλλογών βιβλίων από δωρεές ιδιωτών ντόπιων και ομογενών.

Σινόπουλος Τάκης (1917-1981)

Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)

                                    

  “Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο”

Νυχτολόγιο

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε το 1917 στην Αγουλινίτσα (νυν Επιτάλιο) Ηλείας και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Πύργο όπου και τέλειωσε το Γυμνάσιο.

Ήταν από τους πιο σημαντικούς ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, καθώς και μεταφραστής, δοκιμιογράφος και βιβλιοκριτικός. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 Στρατεύθηκε σαν γιατρός στον πόλεμο του 1940 και μετά την Κατοχή στρατεύθηκε πάλι και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις κατά τον Εμφύλιο πόλεμο.

Τα δύσκολα αυτά χρόνια άφησαν ένα βαθύ και  ανεξάλειπτο τραύμα στον Τ. Σινόπουλο , πράγμα που είναι εμφανές στην ποίησή του.

 Ο Κίμων Φράιερ  στο βιβλίο του «Τοπίο θανάτου» αναφέρει ενδεικτικά για το ποίημα «Ελπήνωρ» του Τ. Σινόπουλου.

« …Η βασική πηγή του Σινόπουλου στο ποίημα «Ελπήνωρ» δεν ήταν ούτε ο Όμηρος, ούτε ο Έλιοτ, ούτε ο Σεφέρης, αλλά μια παραίσθηση , που είχε μια καυτή καλοκαιριάτικη μέρα του 1944, στη διάρκεια της Κατοχής, όταν, ζαλισμένος και εξαντλημένος από την πείνα και την οδοιπορία, κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί σ’ ένα παγκάκι στο Πεδίον του Άρεως. Καθώς κοίταζε χαμένα τον Ουρανό, διέκρινε καθαρά να περνάει από μπροστά του ένας φίλος της νεότητας, ποιητής κι αυτός, ο Φώτος Πασχαλινός, από τον Πύργο Ηλείας. Σηκώθηκε να του μιλήσει, όμως καθώς ο φίλος «σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά», οι λέξεις κολλούσαν στο στεγνό του λαρύγγι. Ένιωσε ανίκανος να φωνάξει και ν’ αρθρώσει ,ακόμη μια φορά το αναπάντητο ερώτημα, γιατί ξαφνικά θυμήθηκε ότι ο φίλος του είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς ,το 1942.Τρομαγμένος, γύρισε σπίτι του κι έγραψε το πρώτο σχέδιο του ποιήματός του….».

Από το 1949 εργάσθηκε ως παθολόγος στην Αθήνα ,όπου και εγκαταστάθηκε.

Στα χρόνια της δικτατορίας συμμετείχε στην έκδοση των 18 Κειμένων ,των Νέων Κειμένων 1,2,της Κατάθεσης 73 κ. α.

Συνεργάσθηκε με πολλά περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας ( Εποχές, Η συνέχεια, Κριτική, Νεοελληνικός Λόγος, Ξεκίνημα , Οδυσσέας, Σημερινά Γράμματα κ. α.).

Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική .Έργα του έχουν εκτεθεί σε ατομική έκθεση (Ζυγός, 1960) και σε δύο πανελλήνιες (1963 και 1965).

Έργα του: Μεταίχμιο ,Μεταίχμιο Β, Άσματα (Ι-ΧΙ), Η γνωριμία με το Μαξ, Ελένη, Η νύχτα και η αντίστιξη ,Το άσμα της Ιωάννας και του Κωνσταντίνου, Νεκρόδειπνος, Η ποίηση της ποίησης, Το χρονικό , Ο χάρτης, Νυχτολόγιο ,Πέτρες, Στροφή,1931-1961 (ανάτυπο από τον τόμο Για τον Σεφέρη).

Συγκέντρωσε το ποιητικό του έργο σε  δύο τόμους. Συλλογή Ι (1951-1964), Συλλογή ΙΙ (1965-1980).

Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν οι ποιητικές συλλογές  Το γκρίζο φως και Ποιήματα για την Άννα, τα Τέσσερα μελετήματα για τον Σεφέρη και η μελέτη Μεταίχμιο.

Αντιπροσωπευτικό μέρος των κριτικών του ,συγκεντρώθηκε στον τόμο Χρονικό αναγνώσεων.

Ποιήματά του μεταφράσθηκαν σε ξένες γλώσσες.

Τιμήθηκε με το Β Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1962.

Ο Σπύρος Τσακνιάς στα «Δακτυλικά αποτυπώματα» γράφει για τον Τ. Σινόπουλο μεταξύ άλλων «Το πέρασμα του Τάκη Σινόπουλου από τη συμβολική παράφραση των εμπειριών του στη γυμνή και απερίφραστη παράστασή τους, η πορεία του από τη μυθική προβολή των γεγονότων στην αφτιασίδωτη ιστορική τους εκφορά και η γλωσσική του μετάβαση από τους μεγαλόπρεπους τόνους στο οικείο ύφος του αφηγηματικού λόγου, πιστοποιούν το κέρδος που προσπορίζεται η ποίηση όταν η συνείδηση εξελίσσεται και διαφοροποιείται». Και αλλού αναφέρει: «Άλλο μεγάλο πάθος του, που ανιχνεύεται μέσα σε όλο του το έργο, ήταν η γη που τον γέννησε.

«Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο, γράφει στο Νυχτολόγιο. Τώρα επέστρεψε εκεί για πάντα»

Αρχειακό υλικό του, βρίσκεται στο Ίδρυμα «Τάκης Σινόπουλος» στη Νέα Ιωνία Αττικής.

Πέθανε στον Πύργο το 1981.

 

Ο καιόμενος  (Μεταίχμιο Β 1949-1955)

 

Κοιτάχτε, μπήκε στη φωτιά! Είπε ένας απ’ το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Είταν

στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του

μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται.. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

 

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.

Είμαι από φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;

Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.

Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές,

Άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

 

Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο.

 

Πηγές  «Λεξικό Νεοελληνικής λογοτεχνίας» Εκδόσεις Πατάκη,2008,

Τάκη Δόξα «Ηλειακή γραμματολογία» Πύργος 1963

Γ. Γώτης, Δ. Κράγκαρης, Α. Φουσκαρίνης «Ανθολογία Ηλείων λογοτεχνών» Μορφωτική Ένωση Λεχαινών «Ο Αντρέας Καρκαβίτσας», 1981

Σπύρος Τσακνιάς : Δακτυλικά αποτυπώματα» Καστανιώτη, 1983

Κίμων Φράιερ: «Τοπίο θανάτου» Κέδρος, 1978